Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Η φτώχεια θέλει τηλεόραση!


Χθες το μεσημέρι ξύπνησα με ένα βαρύ πονοκέφαλο. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, έπειτα από μία βραδιά έντονης κραιπάλης, και τα πόδια μου με οδήγησαν ασυναίσθητα στον καναπέ. Εκεί στην άκρη του μικρού τραπεζιού, όπου συνήθως ακουμπάω το τηλεχειριστήριο, άπλωσα το χέρι μου, και πάτησα το κόκκινο κουμπί που ανοίγει “το μαγικό κουτί” ,την τηλεόραση. Έπειτα από μερικά λεπτά, και αφού πλέον είχα γυρίσει όλα τα προγράμματα άρχισα να αναρωτιέμαι: «Είμαι μόνο εγώ που μόλις ξυπνάω τρέχω να δώ τηλεόραση- ξέρετε, αυτά τα “ελαφριά” πρωινάδικα-, και είμαι μόνο εγώ που πολλές φορές μένω στο σπίτι να δώ τα χαμηλής παραγωγής ελληνικά –και όχι μόνο- σήριαλ; Είμαι άραγε μόνο εγώ, που μόλις μπώ στο σπίτι, μετά τη σχολή, τρέχω να δώ τις ειδήσεις των 8, με τις ατελείωτες συζητήσεις των προσώπων που φιλοξενούν, γνωρίζοντας ότι δεν θα βγάλω κανένα συμπέρασμα; »

Για πολλά χρόνια η τηλεόραση υπήρξε το μέσο εκείνο της ενημέρωσης που έφερε τη μεγαλύτερη αναστάτωση σε πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο. Όπως τόνισα όμως και στην αρχή της πρότασης, “για πολλά χρόνια” ,μία εποχή που έχει απέλθει ανεπιστρεπτί. Η τηλεόραση, ήρθε και παραβίασε την άλλοτε απαραβίαστη οικογενειακή ζωή μας. Στο διάστημα αυτό πολλά έχουν ειπωθεί κι έχουν γραφτεί για την επίδρασή της. Κοινή διαπίστωση όλων είναι ότι η τηλεόραση ασκεί ευεργετική επίδραση, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Ο ρόλος της τηλεόρασης, ειδικά στη γενιά τη δική μου, έχει επαναπροσδιοριστεί, έχει μάλιστα “συμμορφωθεί” στις υποταγές των συμφερόντων των καναλαρχών, και στις χαμηλές απαιτήσεις του κοινού.

Τελικά όμως, είναι ο ρόλος της τηλεόρασης ως προς αυτή την ίδια που έχει αλλάξει, ή αλλάζουν οι ανθρώπινες ανάγκες, και μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης- κοινωνικής αλλαγής προσαρμόζεται και η τηλεόραση με τα προγράμματα της;

Σύμφωνα με τον κύριο Κώστα, δάσκαλο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, «Η τηλεόραση ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, μία νέα ευχάριστη νότα ενημέρωσης, ψυχαγωγίας, ακόμη και διασκέδασης. Ωστόσο, πλέον η τηλεόραση έχει επιβάλει μια νέα κουλτούρα που ονομάζεται μαζική λαϊκή κουλτούρα που συχνά χαρακτηρίζεται από το εύπεπτο, το πρόχειρο, το εντυπωσιακό. Πολλοί είναι αυτοί που την απορρίπτουν με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς αλλά και αρκετοί τελευταία που η στροφή της έρευνας τους έκανε πιο σκεπτικιστές απέναντι σ όλα τα είδη λαϊκής κουλτούρας». Όταν τον ρώτησα ποια είναι η γνώμη του για τον χαρακτηρισμό της τηλεόρασης με τα σημερινά χαρακτηριστικά, που πολλοί την αποκαλούν “τέταρτη εξουσία”, μου είπε πως τα ΜΜΕ, με αιχμή του δόρατος την τηλεόραση επηρεάζουν σημαντικά την κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, όχι μόνο σε περιφερειακό, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήταν πολύ γλαφυρός όταν μου εξηγούσε τον ρόλο των ΜΜΕ, όπως θα έπρεπε να είναι: « Θεωρητικά η τέταρτη εξουσία στα δημοκρατικά κράτη έχει ως σκοπό και αποστολή την αντικειμενική και ευσυνείδητη ενημέρωση των πολιτών, ενώ επιπλέον θεωρείται ότι πρέπει να εκτελεί και ελεγκτικό λειτούργημα, εξασφαλίζοντας την δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών». Η τελευταία ερώτηση που του έκανα, πριν τον ευχαριστήσω για την πολύτιμη συμβολή και βοήθεια του σε τούτο το ρεπορτάζ, ήταν αν τελικά η τηλεόραση στις μέρες μας επεξεργάζεται τις ειδήσεις που προβάλλονται μέσα από τα δελτία, και από την απάντηση του μπόρεσα να καταλάβω την ώριμη σκέψη μίας γενιάς μεγαλύτερης, πιο ώριμης και έμπειρης: «Η ενημέρωση είναι ένα προϊόν που πουλιέται. Όπως κάθε είδος προϊόντων, έτσι και αυτή χρειάζεται επεξεργασία, για να είναι ελκυστική, φρέσκια, και βέβαια να σερβίρετε με ανάλογο τρόπο. Μας λένε αυτά που θέλουμε να ακούμε, χωρίς να το σκεφτόμαστε. Μας παρουσιάζουν αυτά που μας φοβίζουν, γιατί ο φόβος είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία εξουσίας».

Μετά τα λόγια του κυρίου Κώστα, έψαχνα να βρω μία ελπίδα για να ξαναπιστέψω στην ενημέρωση, και ακόμα περισσότερο στην τηλεόραση. Και νόμισα, προς στιγμήν, πως τη βρήκα!

Η κυρία Δήμητρα πέρασε από δίπλα μου, κρατώντας χέρι- χέρι δύο παιδιά, και σπρώχνοντας παράλληλα ένα καρότσι. Όταν της ζήτησα πέντε λεπτά από τον πολύτιμο χρόνο, της βιάστηκε να με προσπεράσει. Επέμεινα. Και ο επιμένων νικά.
Η κυρία Δήμητρα, μητέρα τριών παιδιών ασχολείται με τα οικιακά, και είναι η πλέον κατάλληλη –σκέφτηκα μόλις την είδα- να μου πει πώς βλέπει την ψυχαγωγία και την διασκέδαση στην τηλεόραση. Μόλις τη ρώτησα πώς βλέπει τον ρόλο της τηλεόρασης, και την επίδραση που έχει στα μεγαλύτερα παιδιά της ( 7 και 5 ετών), μου είπε πώς όταν ο καιρός δεν το επιτρέπει, -τονίζοντας εκείνα τα ατελείωτα γκρίζα απογεύματα του χειμώνα- και τα παιδιά της γκρινιάζουν, τότε η πιο αποτελεσματική λύση είναι η τηλεόραση. «Η τηλεόραση είναι σίγουρα η πιο αποτελεσματική μπέιμπι σίτερ. Δυστυχώς βέβαια, υπάρχουν πολλές επιπτώσεις, και εμείς ως γονείς οφείλουμε να προστατεύουμε τα αγγελούδια μας». Όταν τη ρώτησα τι εννοούσε με τη λέξη επιπτώσεις, μου εξήγησε: « Η τηλεόραση έχει αρνητικές επιδράσεις. Τα παιδιά παρακολουθούν τηλεόραση χωρίς να έχουν τη δυνατότητα κρίσης, αλλά και διάκρισης τους πραγματικού και φανταστικού. Μία φορά βρήκα τον γιό μου στην άκρη της πολυθρόνας να προσπαθεί να σκαρφαλώσει στον τοίχο, αναπαριστώντας τον σπάϊντερ μαν!!!». Η απάντηση της με αποσβόλωσε, κατάλαβα όμως τη δύναμη της τηλεόρασης, και το πώς από παθητικούς μπορεί να μας κάνει “ενεργητικούς” τηλεθεατές. «Η χειρότερη παρενέργεια της τηλεόρασης, κατά την άποψη μου, είναι η εξάρτηση των παιδιών από την τηλεόραση. Και το πρώτιστο αποτέλεσμα της εξάρτησης είναι ότι τα παιδιά παύουν να εξασκούν τα ταλέντα και τις κλίσεις τους.» Η τελευταία ερώτηση πριν “αποδεσμεύσω” την κυρία Δήμητρα, ήταν για την τηλεόραση και τον οικογενειακό θεσμό, γενικότερα, αφού πολλοί διατείνονται ότι η τηλεόραση είναι ένα μέσο που κρατάει την οικογένεια ενωμένη. Η απάντηση της ήρθε με μία ερώτηση: «Ναι, ίσως ισχύει, αλλά αναρωτήθηκες ποια είναι η επίδραση της τηλεόρασης πάνω στην οικογένεια;». Στάθηκα σα χαμένη για μια στιγμή. Σα να σκεφτόμουν από προσωπικά βιώματα, τα βράδια που μαζευόμαστε οικογενειακά στη θαλπωρή του σαλονιού, δίπλα από το τζάκι, απέναντι από την τηλεόραση. Η απάντηση ήρθε από την ίδια μερικές στιγμές αργότερα, όταν ένας μπόμπιρας της τραβούσε το μανίκι για να φύγουν. «Οι λίγες ώρες που απομένουν για επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, ξοδεύονται στην ομαδική μοναξιά των ήχων και των εικόνων. Έτσι η οικογένεια χάνει τη συνήθεια ακόμη και να μιλά, κυρίως δεν σκέπτεται, και τα μέλη της αποξενώνονται ολοένα και περισσότερο».

Αυτό το άρθρο δεν έχει στόχο να εξάγει συμπεράσματα. Ούτε κάν θα μπορούσε. Συζητήσεις ωρών, άρθρα πολυσέλιδα, και πάλι δεν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συμπεράσματα. Ερωτήσεις που δεν περιμένουν απαντήσεις, παρά μόνο εσωτερικό και κοινωνικό προβληματισμό. Εμείς κάνουμε αυτό που βλέπουμε, ή αυτό που βλέπουμε κάνει εμάς; Η τηλεόραση τελικά είναι τρόπος ζωής, ή είναι ζωή από μόνη της;

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

The world in 20 years from now, it's gonna be Mine!


“The world is yours”

Θυμάμαι τον εαυτό μου να απεχθάνομαι σφόδρα τις αμερικάνικες ταινίες που έχουν ως κύριο θέμα τους τα όπλα, τους σκοτωμούς, και τα ναρκωτικά. Και όμως, είδα κάποτε μια που με έκανε να αναθεωρήσω τις σκέψεις μου. Ο «σημαδεμένος» Tony Montana, κατά κόσμον Al pacino, μου έδειξε πώς υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που κυνηγάν τα πιο τρελά τους όνειρα, όποια συνέπεια και αν έχει αυτό. Μου έμαθε πώς ο άνθρωπος είναι άπληστο όν, και πως η ματαιοδοξία μπορεί να μας οδηγήσει σε ξέφρενες καταστάσεις. Οι περισσότεροι νέοι της ηλικίας μου στην ερώτηση «πώς βλέπεις τον εαυτό σου μετά από 20 χρόνια;» θα απαντούσαν: «με χρήματα, κοινωνική καταξίωση, σπίτι στο Κολωνάκι, εξοχικό στο Ν. Βουτσά, γρήγορο σπόρ αμάξι και το κερασάκι στην τούρτα των “θέλω” μας, να είμαι καλά στην υγεία μου. Αν έχω χρόνο για οικογένεια, έχει καλώς. Αν πάλι όχι.. δεν πειράζει, θα έχω την καριέρα μου».

Κοιτάζω και βλέπω…Έμαθα να βλέπω, κοιτώντας τον εαυτό μου… Μαθαίνοντας από τους στόχους μου ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.

Οι αξίες μας πλέον στη ζωή είναι περιορισμένες, ίσως κλισέ, όμως σίγουρα καθόλου ξεπερασμένες. Θα σας πω πράγματα, τα οποία σίγουρα δεν ακούτε για πρώτη φορά. Όταν μου λένε πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου μετά από δύο δεκαετίες απαντάω λίγο- πολύ αυτά που παρέθεσα πιο πάνω. Χρήμα- δόξα- Κοινωνική καταξίωση. Το τρίπτυχο που ήρθε να αντικαταστήσει το παραδοσιακό «Πατρίς- Θρησκεία- Οικογένεια».

Η πρώτη ιδέα μου για να αποκτήσω όλα τα παραπάνω όταν ήμουν παιδί ήταν να παντρευτώ έναν γέρο πάμπλουτο επιχειρηματία, και όταν πεθάνει να τον κληρονομήσω. «Διαόλου κάλτσα μας βγήκε το μικρό, από εσένα πήρε!», γκρίνιαζε η μαμά. Η επόμενη λαμπρή ιδέα μου δεν άργησε να έρθει. «Μαμά, εγώ θα γίνω Χάρις Αλεξίου όταν μεγαλώσω», φώναζα στη μαμά μου, η οποία γελούσε όταν με άκουγε να τραγουδάω «εγώ στα νιάτα μου “σιδέρωνα” Ελλάδα Ευρώπη Αμερική». Μεγαλώνοντας αντιλήφθηκα τόσο εγώ προς μεγάλη μου απογοήτευση, όσο και η μαμά μου, πως το ταλέντο μου για το τραγούδι περιορίζεται στο να τραγουδάω στο μπάνιο.

Τα χρόνια περνούσαν, και σε λίγο καιρό θα αντιμετώπιζα τον μεγαλύτερο φόβο μου. Έπρεπε να πάρω αποφάσεις εγώ για τον εαυτό μου. Αποφάσεις που θα καθόριζαν το υπόλοιπο της ζωής μου. Ήταν τότε που η μαμά έλεγε «το παιδί θα γίνει ψυχολόγος», και ο μπαμπάς διαφωνούσε, «το παιδί θα γίνει εκπαιδευτικός, να μπει άμεσα στο δημόσιο». Εγώ πάλι, ήθελα να γίνω κάτι που δεν θα απαιτούσε να συμβιβάζομαι εύκολά, όντας πνεύμα αντιλογίας, και που παράλληλα πίστευα ότι θα έχει κάποια σεβαστή θέση στην κοινωνία. Έτσι κατέληξα. «Μαμά, μπαμπά, θέλω να γίνω δημοσιογράφος με δεύτερο πτυχίο στη νομική, μεταπτυχιακό στην ψυχολογία και μάστερ στις διεθνείς σχέσεις». Γέλασαν και οι δύο, αλλά τουλάχιστον εγώ ήξερα τι θέλω να κάνω για τα επόμενα 3000 χρόνια. Ήταν το βράδυ των αποκαλύψεων, ωστόσο, όταν ήρθε η ώρα του μηχανογραφικού, ήξερα ότι θα με στηρίξουν στις αποφάσεις μου.

3 χρόνια μετά την απόφαση μου, και όντας φοιτήτρια 3ο ετής ανακαλώ όλα όσα είπα στους γονείς μου. Έχω άμεση ανάγκη ανεξαρτητοποίησης, και απογαλακτισμού. “Θα πάρω τη ζωή στα χέρια μου”, σκέφτηκα όταν άρχισα να στέλνω βιογραφικά. Οι μέρες κυλούσαν, η απάντηση δεν ερχόταν, και σκέφτηκα πώς καλά είμαι και με τους γονείς μου.

Σημασία όμως δεν έχει ο σημερινός “ωχαδερφισμός” μου, αλλά το πώς φαντάζομαι εγώ τον εαυτό μου στα 41 μου.

Είπα 41;;; Μάλλον μεγάλωσα αρκετά! Πρέπει να αρχίσω να κρύβω χρόνια! Και είναι σαν χθες που πρωτοαντίκρισα την πρώτη μου ρυτίδα. Νομίζω πως πρέπει να επισκεφτώ σύντομα τον δερματολόγο μου για εκείνο το Botox. Το κάνει και η κυρία Τετενδρή, πρέπει να είναι καλό. Και σίγουρα πρέπει να αυξήσω τις ώρες με τον personal trainer μου, γιατί όπως μου είπε και ο διατροφολόγος μου, πρέπει να μην αφήσω τον εαυτό μου. Ίσως να δω λίγο και τον άντρα μου. Καιρό έχουμε να μιλήσουμε από κοντά, μόνο στο τηλέφωνο και με post it μιλάμε, παρ’ ό,τι μένουμε στο ίδιο σπίτι. Για το παιδί δεν ανησυχώ. Το έχει υπό την επίβλεψη της η μαμά μου. Ίσως θα ήταν καλό να φύγουμε για ένα σαββατοκύριακο, να πάμε στο εξοχικό μας, μία βόλτα με το σκάφος. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει χρόνος. Έχω καταφέρει όλα όσα ήθελα. Το τρίπτυχο της ευτυχίας γράφει από κάτω το όνομα μου. Γιατί δεν είμαι ευτυχισμένη; Έχω όλα όσα ήθελα να έχω στα 20 μου. Και στο κάτω- κάτω, ναι τώρα μπορώ να το πω! The world is mine! Έχω γίνει το πρωτότυπο γυναίκας που πάντα ονειρευόμουν.

Η ευτυχία δεν είναι παρά μόνο στιγμές, τις οποίες αν δεν έχεις κάποιον να τις μοιράζεσαι, δεν έχει νόημα. Φαντάζομαι τον εαυτό μου στα 41 μου, να μη με νοιάζει κανείς άλλος εκτός από την πάρτη μου! Ναι! Δεν είναι κακό να παραδεχτεί κανείς ότι θα κάνει λάθη. Ξέρω τον εαυτό μου καλύτερα από κάθε άλλον, και γνωρίζω πως είμαι από εκείνα τα άτομα που θα έκαναν τα πάντα για να ολοκληρώσουν το όνειρο τους. Και βέβαια., αφού το όνειρο ολοκληρωθεί, θα είμαι εγκλωβισμένη μέσα του, παγιδευμένη στα ίδια μου τα όνειρα, που έχουν γίνει δεσμά, και με πιέζουν ασφυκτικά!

Λένε πως είμαστε περιτριγυρισμένοι από ευκαιρίες, ακόμη κ αν είναι από αυτές που δεν έχουμε το θάρρος να αρπάξουμε. Όμως κάτω από ποιες συνθήκες θα ξέρουμε αν η επιλογή μας είναι η σωστή ή η λάθος; Υπάρχει σωστή ή λάθος επιλογή για ένα άτομο, που επιδιώκει να επιτύχει τους στόχους του; Εγώ μάλλον τις άρπαξα όλες, νομίζοντας ότι αυτό θα με κάνει ευτυχισμένη.

Αν η μοίρα για εμένα είναι γραμμένη και επιτάσσει μια ζωή σαν αυτή που ζω στα 41 μου, τότε θα πάρω γόμα, και θα τη σβήσω. Ή τουλάχιστον θα κάνω τις διορθώσεις που θέλω, για να γίνω ευτυχισμένη. Διότι αυτό που έχει σημασία τελικά είναι να έχεις το θάρρος να παραδεχτείς τις λάθος επιλογές σου, και να είσαι διατεθειμένος να τις αλλάξεις.

Όλοι έχουμε ένα όνειρο. Πολλοί στοχεύουν κάτι δύσκολο, άλλοι κάτι πιο προσιτό. Το σίγουρο όμως είναι ένα. Ακόμα και όταν κάποιος δεν κάνει όνειρα, έχει δικαίωμα να ονειρεύεται.